Ο αναγνώστης ως οπαδός
Ας αρχίσουμε με μια παραδοχή: τα βιβλία είναι καλά πράγματα. Ανοίγουν το μυαλό μας, μας κάνουν να σκεφτόμαστε, προκαλούν συναισθήματα (και μας κάνουν να αφήνουμε κάτω για λίγο το ρημάδι το κινητό).
Ας αρχίσουμε με μια παραδοχή: τα βιβλία είναι καλά πράγματα. Ανοίγουν το μυαλό μας, μας κάνουν να σκεφτόμαστε, προκαλούν συναισθήματα (και μας κάνουν να αφήνουμε κάτω για λίγο το ρημάδι το κινητό).
Η χρυσή εποχή της Πορτογαλίας ζει μέσα στους στίχους του Λουίς ντε Καμόες, στους «Λουσιάδες».
Ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Τάκης Σπετσιώτης ξεδιπλώνει στην κάμερα της «Κ» τον Ταχτσή που γνώρισε και μελέτησε και τη σημασία που είχε η ίδια η Αθήνα στον κόσμο του συγγραφέα.
«Η δικαιοσύνη δεν θα ’ρθει μοναχή της, δεν έχει πόδια. Εμείς θα τη σηκώσουμε στους ώμους μας και θα τη φέρουμε». Το απόφθεγμα του Νίκου Καζαντζάκη κοσμούσε τη σκηνή του Πάνου Ρούτσι, ο οποίος επί 23 ημέρες έκανε απεργία πείνας στο Σύνταγμα.
Μέσα στην ποίηση συναντάμε συχνά την έκφραση αυτής της αναζήτησης ως ατομική ανάγκη, άλλοτε άμεσα και αυτοαναφορικά, και άλλοτε μέσα από συμβολισμούς και αρχέτυπα που βοηθούν αυτήν την ψυχική διεργασία.
Στο τελευταίο βιβλίο του βραβευμένου με Νομπέλ Λάσλο Κρασναχορκάι «Πάει και το Φραντζολάκι», ο εθνικισμός, η θρησκοληψία και η ημιμάθεια βρίσκονται στο επίκεντρο.
Με περισσότερες από 50 εκατομ. πωλήσεις τα τελευταία τρία χρόνια, το συγκεκριμένο υποείδος εξελίσσεται στην πιο εμπορική λογοτεχνία της εποχής μας. Γιατί όμως «πουλάνε» τόσο πολύ οι ερωτικές ιστορίες σε ένα σκηνικό μυθολογικού Μεσαίωνα;
Η επιστροφή της Εϊλις Λέισι, της ηρωίδας που γνωρίσαμε στο «Μπρούκλιν», μέσα από τις σελίδες του «Λονγκ Αϊλαντ».
Σε πρόσφατη συζήτηση με φίλες και φίλους, ο λόγος ήρθε και στη λογοτεχνία. Αφορμή να ανάψουν τα αίματα (που λέει ο λόγος…), η απονομή του Νομπέλ στον Λάσλο Κρασναχορκάι. Παρεμπιπτόντως, ο Κρασναχορκάι είναι ασφαλώς δύσβατος συγγραφέας, αλλά κατά τη γνώμη μου γράφει καλή λογοτεχνία.