Αυτή την πόλη ποιος θα την πλύνει;
Επιτέλους, έπειτα από αρκετούς συνεχόμενους άνυδρους και καυτούς μήνες, άνοιξαν οι αττικοί ουρανοί. «Επιτέλους νερό!» αναφώνησαν τα πουλιά, τα δέντρα και τα φυτά στα μισοπεθαμένα, κατάξερα πάρκα της πόλης.
Επιτέλους, έπειτα από αρκετούς συνεχόμενους άνυδρους και καυτούς μήνες, άνοιξαν οι αττικοί ουρανοί. «Επιτέλους νερό!» αναφώνησαν τα πουλιά, τα δέντρα και τα φυτά στα μισοπεθαμένα, κατάξερα πάρκα της πόλης.
Απ’ άκρη σ’ άκρη η οδός Ιπποκράτους είναι από μόνη της ένα μνημείο αστικής κατοίκησης. Εχοντας απολέσει τα περισσότερα κατάλοιπα του 19ου αιώνα στα κοντινά προς την οδό Σόλωνος και Ακαδημίας οικοδομικά τετράγωνα, η Ιπποκράτους είναι ένας δρόμος βαθύτατων αστικών βιωμάτων και ταυτόχρονα μια συμπύκνωση της διαδρομής του 20ού αιώνα.
Μία από τις πρόσφατες, τολμηρές χρωματικές παρεμβάσεις σε κτίριο του Μεσοπολέμου στην Αθήνα μάς οδηγεί μπροστά σε ένα σύνθετο ερώτημα για την ποιότητα των αποκαταστάσεων και την ανάγκη της διαφοροποίησης μέσα σε μια θάλασσα τυποποίησης.
Η Καλλιθέα ανοίγει σαν όστρακο κάθε φορά που θα αποφασίσεις να την εξερευνήσεις. Γεμάτη αντιθέσεις, απλωμένη μέσα στον πυκνό αστικό ιστό της Αθήνας, με ένα κομμάτι της προς τον Ταύρο και με ένα άλλο προς τις Τζιτζιφιές, αφήνει στον επίμονο διαβάτη τα δικά της ίχνη από μια ιστορία που πηγαίνει πίσω στα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα.
Ξέχειλοι κάδοι, σπασμένες μαρμάρινες πλάκες, αυτοκίνητα, επαίτες και θορυβώδεις μουσικοί.
Αν στεκόταν ο ίδιος ο Σουρής απέναντι στην προτομή του στους κήπους του Ζαππείου, θα απήγγελλε με ευχαρίστηση το δικό του ποίημα «Η ζωγραφιά μου» και θα σατίριζε τον εαυτό του: «Μπόι δυο πήχες, κόψη κακή, γένια με τρίχες, εδώ κι εκεί/ Κούτελο θείο, λίγο πλατύ, τρανό σημείο του ποιητή…», και πάει λέγοντας.
Ενα παλιό πλεκτήριο γίνεται ο νέος, φιλόδοξος χώρος πολιτισμού της Αθήνας.
Πολύ κοντά στη Φωκίωνος Νέγρη, πάνω και δεξιά της Δημοτικής Αγοράς, έπεσα πάνω σε ένα ωραίο σπίτι. Με ξάφνιασε γιατί δεν το είχα προσέξει άλλοτε, αν και μου φάνηκε οικείο και φιλικό.
Αργά τη νύχτα, όταν η όμορφη πόλη Μπρέσια της Λομβαρδίας κοιμάται, εμφανίζεται αθόρυβα στους δρόμους της μια μαυροφορεμένη ψηλόλιγνη ανδρική φιγούρα.