Το έχουμε από τον Αριστοφάνη: «Ου γαρ πείσεις μηδ’ ήν πείσης» ή, σε παραλλαγή, «Ου με πείσεις καν με πείσης» – τουτέστιν «Δεν με πείθεις ακόμα κι αν με πείσεις». Δεν πα’ να μού κατεβάσεις όχι το Πόρισμα Καρώνη του ΕΜΠ, αλλά ακόμη και τις πλάκες του Μωυσή με τις 12 Εντολές.
Η τέχνη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτικής. Σε κάθε περίοδο της Ιστορίας και στην καθημερινότητά μας, βλέπουμε πως η τέχνη ευνοείται από χορηγίες σε εποχές ευμάρειας, ενώ σε δύσκολους καιρούς τρέφεται από τον πόνο, την οργή και τον φόβο, ανθεί μέσα από την ανάγκη για αντίσταση και ελπίδα.
Δύσκολα μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει στα σοβαρά –αν και κάποιοι προσπαθούν– ότι δεν πρέπει να δίνεται η ευκαιρία στους χρήστες μιας δημόσιας υπηρεσίας να λένε τη γνώμη τους για την ποιότητα της εξυπηρέτησης εκεί.
Στον τόπο μας, χάρη στο πνευματικό ξεπάτωμα που προηγήθηκε του οικονομικού, έχουμε μια εν πολλοίς ερημωμένη κι ερειπωμένη χώρα με υποθηκευμένες υποδομές και δημογραφική φυλλόρροια.
Για να καταφέρουμε να συμβιώσουμε αρμονικά σε περιβάλλον δημοκρατίας, οφείλουμε να αποδεχθούμε ένα κοινό σύστημα ανάγνωσης της πραγματικότητας, το οποίο υπερβαίνει τις υποκειμενικές θεωρήσεις, τις ιδεολογίες, τις μνήμες, τα τραύματα, τα συναισθήματα, τις αγωνίες μας. Δεν είναι εύκολα μπορετό.
Πριν από λίγα χρόνια, μια ομάδα φορέων και επιστημόνων πέτυχε κάτι σχεδόν αδιανόητο: να μετατρέψει τη Γυάρο –το «θανατονήσι», σύμβολο πόνου και εξορίας– σε πυρήνα ζωής.