Παύλος Ασλανίδης: Μεταξύ της Μαρίας και της Θέμιδος
Διαδέχθηκε, όχι με βελούδινο τρόπο, την Καρυστιανού. Περιμένει, παρά τη δυσπιστία του, τη δίκη. Εχει αφοσιωθεί τα τελευταία τρία χρόνια στο αίτημα για πλήρη διαλεύκανση.
Διαδέχθηκε, όχι με βελούδινο τρόπο, την Καρυστιανού. Περιμένει, παρά τη δυσπιστία του, τη δίκη. Εχει αφοσιωθεί τα τελευταία τρία χρόνια στο αίτημα για πλήρη διαλεύκανση.
Σε ποια στάδια και σε ποια δικαστήρια εξελίσσονται οι υποθέσεις των Τεμπών. Τα κατηγορητήρια, τα πρόσωπα και τα χρονοδιαγράμματα.
Καθώς έκλεισαν τρία χρόνια από την τραγωδία των Τεμπών, είναι σημαντικό να αναλογιστούμε τι μάθαμε από αυτήν. Πρώτα απ’ όλα πως η ανοχή σε παθογένειες και στον παλαιοκομματικό τρόπο διοίκησης σε κρίσιμους τομείς μπορεί να αποβεί καταστροφική.
Το πολιτικό σύστημα εισηγείται τρόπους για να μας προστατεύσει από τον εαυτό του: Αυτός θα μπορούσε να είναι ένας σύντομος ορισμός της συζήτησης για συνταγματική αναθεώρηση.
Η στάση της κυβέρνησης απέναντι στις υποκλοπές θύμιζε εξαρχής τη στάση που κρατάει ένας παραδοσιακός καναλάρχης σε σχέση με το τηλεοπτικό του πρόγραμμα: Αρέσει ένα θέμα στο κοινό; Να το «παίξουμε». Δεν αρέσει και τόσο;
Κράτος δικαίου; Εν Ελλάδι; Δύσκολο θέμα, εξαιρετικά δύσκολο. Δεν χωρούν εδώ «κάθετες» απαντήσεις, του τύπου «είν’ όλα χάρμα» ή «είν’ όλα χάλια» – ή «είν’ όλα μαύρα», για να μείνουμε πιστοί στον Στέλιο Καζαντζίδη.
Τρία χρόνια μετά τη σιδηροδρομική τραγωδία, δεν είναι πια τόσο μεγάλη η κοινωνική ένταση που συνοδεύει την ανάκλησή της.
Η οργή για το δυστύχημα των Τεμπών ήταν θεμιτή, κυρίως για όσους θρήνησαν τους δικούς τους ανθρώπους. Η εκμετάλλευση όμως της οργής, ως πολιτικής δύναμης, μπορεί να οδηγήσει σε ακρότητες, που εν τέλει υποσκάπτουν τον σκοπό που υποτίθεται ότι υπηρετούν. Το αίτημα για πλήρη διαλεύκανση εκκρεμεί. Αλλά δεν βοηθήθηκε από τις κραυγές. Μάλλον, αποπροσανατολίστηκε.
Η «Κ» βρέθηκε στο κέντρο της Αθήνας όπου πολίτες, επιζώντες και συγγενείς συγκεντρώθηκαν για να αποτίσουν φόρο τιμής στα θύματα της τραγωδίας των Τεμπών.